Xalkiadakis

Η Ρένα Ρώσση - Ζαϊρη μιλάει για το νέο της βιβλίο "Δίδυμα Φεγγάρια"




Η γνωστή και αγαπημένη συγγραφέας Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη βρέθηκε στην Κρήτη για την παρουσίαση του νέου της βιβλίου «Δίδυμα Φεγγάρια» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΨΥΧΩΓΙΟΣ και μίλησε στον Μανόλη Φούμη για την νέα της δουλειά.





Μ. ΦΟΥΜΗΣ: Αφορμή για την σημερινή μας συζήτηση το νέο μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και την σειρά Ελληνική Λογοτεχνία, «Δίδυμα φεγγάρια». Για πείτε μας λίγο για τα «Δίδυμα φεγγάρια».

Ρ. ΡΩΣΣΗ - ΖΑΪΡΗ: Μπορώ να πω ότι χοροπηδάω από την χαρά μου γιατί αύριο έρχομαι κοντά σας, σχεδόν σε όλη την Κρήτη, σχεδόν, Αγ. Νικόλαο, Χανιά, Ηράκλειο, μακάρι να μπορούσα να πάω σε όλο το νησί και να μη φύγω ποτέ, αλλά παρόλα αυτά έρχομαι κοντά σας.
Ξεκινάω με Αγ. Νικόλαο με τα «Δίδυμα φεγγάρια» όπως είπατε και εσείς.
Τα «Δίδυμα φεγγάρια» είναι πρώτο βιβλίο, το 10ο μυθιστόρημα μου που έχω γράψει για μεγάλα παιδιά όπως λέω εγώ, για ενήλικες, το οποίο είναι αληθινή ιστορία. Πως προέκυψε τώρα, τα τελευταία 2 χρόνια, είχα γράψει ένα βιβλίο το 2012, η κρίση με επηρέασε, γιατί όλοι οι συγγραφείς πιστεύω δεν γράφουμε ότι μας κατεβαίνει στο κεφάλι αλλά ότι αφουγκραζόμαστε, ότι μυρίζουμε, νιώθουμε, αισθανόμαστε. Έγραψα λοιπόν ένα βιβλίο, τους «Μικρούς Αγγέλους», για το χαμένο μας χαμόγελο, για να μη σκύβουν ποτέ το κεφάλι οι άνθρωποι ότι δυσκολίες και να έχουν. Για να το καταφέρω αυτό αναπόλησα μνήμες παιδικές μου, θυμήθηκα την μητέρα της μητέρας μου, την Άρτεμη, τη γιαγιά μου, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, έζησε προσφυγιά, έζησε χίλια μύρια, όμως ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι και πέρυσι έγραψα ένα άλλο βιβλίο πάλι με τη γιαγιά, από αναμνήσεις που μου χάριζε, ένα βιβλίο, το «Άρωμα βανίλιας», που είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να κάνει ένα ταξίδι στον εαυτό κάθε ανθρώπου για να τον αγαπήσει, δύσκολο θέμα, για να τον αγαπήσουμε και να τον εκτιμήσουμε τον εαυτό μας τον καημένο, γιατί μία ζωή τον ταλαιπωρούμε, είναι λοιπόν ένα ταξίδι αυτογνωσίας.
Χρησιμοποίησα λοιπόν πολλά προσωπικά μου βιώματα και στα δύο βιβλία και στους «Μικρούς Αγγέλους» και στο «Άρωμα βανίλιας» και μάλιστα χαίρομαι γιατί το «Άρωμα βανίλιας» είναι μέσα στα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα για το 2013, το αγάπησαν πολύ.

Μ.Φ.: Συγχαρητήρια, μπράβο.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Και ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου τις φίλες μου αναγνώστριες και ήθελαν να το συνεχίσω σαν τριλογία αλλά δεν μπορούσα πια, δηλαδή είχαν φτάσει στο τέλος… Το έχω νιώσει αυτό και με τη μητέρα μου που έχει πεθάνει όταν ήμουν 2 ετών, παρόλα αυτά είναι μέσα μου. Το ίδιο και με τη γιαγιά μου έλεγα γιαγιά φτάνει, όσο και να φωνάζουν οι φίλες, δεν μπορώ άλλο, αλλά όχι μόνο δεν έφυγε η γιαγιά, αλλά μου έστειλε δίπλα στην καρέκλα μου μια φίλη της. Τώρα σας το λέω λίγο παραμυθένια, αλλά όταν ασχολείσαι με την γραφή όλα γύρω σου φαίνονται μαγικά.

Μ.Φ.: Ακριβώς.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρή, μάλλον πρέπει να ήμουν γύρω στα 19, μου είχε διηγηθεί μια αληθινή ιστορία, μου είχε διηγηθεί την αληθινή ιστορία της καλύτερης της φίλης.
Θυμάμαι η ιστορία εκείνη με είχε συγκλονίσει και θυμάμαι πάντα να κάθομαι κοντά στη γιαγιά και να την αφήνω να με ταξιδεύει και να την αφήνω να αναπολεί και εκείνη την ημέρα ήταν κάτι πάλι μαγικό, μου έσφιξε το χέρι τρυφερά και άρχισε να μου λέει την αληθινή ζωή της καλύτερης της φίλης. Μου μίλησε τρυφερά για εκείνη, ακόμα και για το μοιραίο τραγικό λάθος της ζωής της.
Μου είπε πως η φίλη της, η καλύτερή της φίλη, αυτή που γνώρισε στη Θεσσαλονίκη, τότε που τα βήματά τους τα είχε ακουμπήσει εκεί η προσφυγιά, αγάπησε ένα παλικάρι, έμεινε έγκυος και απέκτησε δίδυμα, δίδυμα κοριτσάκια, αμέσως μετά τη γέννα όμως αναγκάστηκε να πουλήσει το ένα της παιδί. Θυμάμαι τον εαυτό μου να λέω, Χριστέ μου γιαγιά, δεν είναι δυνατόν, δε γίνονται αυτά τα πράγματα και ξέρετε τι μου απάντησε η γιαγιά μου; Την ζωή και τα τερτίπια της καρδούλα μου, μου είπε, δεν μπορεί να τα συναγωνιστεί κανένας, κανένας, ούτε ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας. Εγώ δεν είχα τίποτα να της πω, μόνο έμεινα με το στόμα ανοιχτό και θυμάμαι πώς την άκουγα ανατριχιάζοντας ολόκληρη. Παρόλο που ήμουν 19 χρόνων είχα ήδη γίνει μητέρα και μόνο να σκεφτώ ότι μια μητέρα μπορεί να πουλήσει το ένα της παιδί είτε για μένα αβάσταχτο, ακόμα και τώρα που έχω γράψει αυτή την ιστορία. Ακόμα και τώρα που το λέω ανατριχιάζω.
Και ξαφνικά λοιπόν ένιωσα δίπλα μου την Αλίκη, τη φιλενάδα της γιαγιάς μου, να είναι δίπλα μου στην καρέκλα που γράφω και έτσι αμέσως από τα συρτάρια του μυαλού μου ξετρύπωσε η ιστορία αυτής της γυναίκας και την ονόμασα Αλίκη. Και ξέρετε γιατί; Γιατί θυμόμουν πολύ καλά που μου είχε πει η γιαγιά μου ότι αυτή η γυναίκα έμοιαζε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, αλλά καθώς προσπάθησα να χωθώ μέσα στην προσωπικότητα της, στα όσα πονεμένα βίωσε και άντεξε, εγώ θα μπορούσαν να την σκεφτώ σαν μια θλιμμένη πριγκίπισσα, σαν την Γκρέις Κέλι κάτι, όχι σαν την Αλίκη Βουγιουκλάκη που ήταν πάντα με τη ζωντάνια και τη χαρά της ζωής.
Η Αλίκη λοιπόν η δικιά μου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Μακεδονίας, γιατί φυσικά η ιστορία είναι αληθινή αλλά τα ονόματα και οι πόλεις τις έχω αλλάξει. Την έβαλα να εξελιχθεί αυτή όλη η ιστορία φυσικά στην Μακεδονία, γιατί εκεί πραγματικά είχε γίνει, την έβαλα λοιπόν σε ένα πανέμορφο μέρος, στα Χρυσοχώραφα, δίπλα στη λίμνη Κερκίνη. Δεν ξέρω αν έχετε πάει.

Μ.Φ.: Δυστυχώς όχι.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Είναι σαν παράδεισος, ο παράδεισος επί της γης και το βιβλίο ταξιδεύει στα Χρυσοχώραφα, στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στο Άγιο Όρος, εκεί αποκαλύπτεται και το πολύ μεγάλο μυστικό του βιβλίου, ταξιδεύει στην Πάρο, στην Αθήνα, στην Ελευσίνα… Και ήταν πολύ βαρύ φορτίο στους ώμους μου, παρόλο που σε κάθε βιβλίο, όπως σας είπα και στους «Μικρούς Αγγέλους» και στο «Άρωμα βανίλιας» βάζω κομμάτια από την προσωπική μου ζωή, αυτό το βιβλίο μου ήταν ακόμα πιο βαρύ φορτίο γιατί δεν είμαι εγώ, δεν έγραφα για εμένα, έγραφα για την ιστορία μιας γυναίκας και ήθελα να την αποδώσω, κάθε ίνα του κορμιού μου να καταφέρει να κάνει τους αναγνώστες να ταξιδεύουν μαζί με την ηρωίδα, να την καταλάβουν, να την νιώσουν, να την συγχωρήσουν ίσως γι' αυτό το τραγικό λάθος.
Έχει τόσες πολλές ανατροπές αυτή η ιστορία.
Να φανταστείτε, τώρα θα σας πω να γελάσετε, ας πούμε, είναι ένα βιβλίο ζωή της μιας κόρης, της Αγάπης, είναι ένα άλλο βιβλίο η ζωή της Ελισάβετ, της δεύτερης κόρης, ένα βιβλίο η ιστορία της Αλίκης, γιατί εγώ γράφω πάντα σε πρώτο πρόσωπο, αυτό είναι πανεύκολο για μένα όταν γίνομαι ηρωίδα, είναι βέβαια λίγο δύσκολο όταν θέλω να διηγηθώ τι γίνεται γύρω-γύρω και επίσης είναι εύκολο για τους αναγνώστες γιατί γίνονται ένα με τον ήρωα και μου αρέσει, τρελαίνομαι να γράφω σε πρώτο πρόσωπο.
Και μετά αρχίζει κάτι άλλο, με πήρε η επιμελήτρια του βιβλίου και μου λέει, συγνώμη μου έδωσες και κάτι άλλο μαζί; Τι είναι αυτό; Είναι τόσο μεγάλη ανατροπή το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου. Λοιπόν ήθελα αυτή την ηρωίδα, το ένιωθα πολύ βαρύ το φορτίο αυτό, γιατί πραγματικά πώς μπορείς να συγχωρήσεις, να καταλάβεις μια γυναίκα που πούλησε το παιδί της; Αλλά οι ανάγκες της εποχής, τα όσα πονεμένα έγιναν, εντάξει, για μένα δεν είχε άλλη επιλογή η Αλίκη.
Η Αλίκη αγαπάει πολύ ένα παλικάρι, ένα πλούσιο γαιοκτήμονα, αλλά δυστυχώς ο έρωτας, όπως λέει πάντα και ο Νίκος Καζαντζάκης, το έχουμε ξανασυζητήσει αυτό, ο Νίκος Καζαντζάκης για εμένα είναι το τέλειο, δεν είναι απλά συγγραφέας, είναι φιλόσοφος, ο έρωτας λέει ορμάει πάνω στους ανθρώπους σαν σφαγή, σαν πόλεμος. Απίστευτο. Έτσι ακριβώς, ακριβώς όπως του αρέσει δηλαδή ορμάει πάνω στους ανθρώπους λέει ο Νίκος Καζαντζάκης, γιατί είναι η αναπνοή του Θεού πάνω στη γη.
Πάνω εκεί λοιπόν πιάστηκα και εγώ, έχω ένα κομμάτι, απόσπασμα, ξεκινάω το βιβλίο με λίγα λόγια από τον Νίκο Καζαντζάκη. Έτσι λοιπόν, επειδή ο έρωτας όρμησε πάνω στην καημένη την Αλίκη την ερωτεύεται και ο αδερφός του πλούσιου και πάνω σε ένα καβγά με τον αδερφό του τον σκοτώνει και μένει η Αλίκη με ένα μωρό στην αγκαλιά, δύσκολα χρόνια, καταλαβαίνει ότι περιμένει δίδυμα, γι' αυτό το ονόμασα το βιβλίο «Δίδυμα φεγγάρια», γιατί την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα τα δύο παιδιά που λατρευόντουσαν δίπλα στη λίμνη ήταν πανσέληνος και έλαμπε το φεγγάρι στη λίμνη και ήταν σαν δίδυμα φεγγάρια και ήταν απίστευτη εκείνη η εικόνα, να είναι το φεγγάρι το ολοστρόγγυλο να καθρεφτίζεται στη λίμνη την Κερκίνη, εγώ έλιωνα μόνο που το έγραφα και εκείνη την ημέρα μείνει έγκυος, εκείνη την ημέρα δηλαδή με τα δίδυμα φεγγάρια και γεννάει δύο δίδυμα κοριτσάκια.
Φανταστείτε τώρα σε ένα χωριό τα πιο παλιά χρόνια, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, μπορεί τώρα να μη το καταλαβαίνουμε, αλλά στα χωριά εκείνα τα παιδιά τα ονόμαζαν μπάσταρδα, γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται όπως λέω να κοιτάζουν τα κρίματα των άλλων και όχι τα δικά τους.

Μ.Φ.: Βέβαια, αυτό μας χαρακτηρίζει.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Οπότε αυτός που σκοτώνει τον αδερφό του κατά λάθος δίνει χρήματα στην Αλίκη και της ζητάει να της πάρει το ένα της παιδί.
Η Αλίκη μέσα στην απελπισία της, ένα μικρό κοριτσάκι είναι η πραγματική ηρωίδα μου, γιατί πολλές φορές το λέω και ακόμα και εγώ που ξέρω την αληθινή ιστορία λέω πως είναι δυνατόν Θεέ μου να γίνονται αυτά τα πράγματα και η Αλίκη παίρνει το ένα της παιδί και φεύγει στην Ελευσίνα.
Μου άρεσε πολύ να γράφω, γιατί ξέρετε, όταν γράφω βιβλία θέλω να ταξιδεύω τον αναγνώστη μου.

Μ.Φ.: Και το έχετε καταφέρει και σε αυτό το βιβλίο, γιατί βλέπω διάφορα σχόλια τα οποία…

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ωραία δεν είναι;

Μ.Φ.: Είναι καταπληκτικά, να ρωτήσω, πόσο περισσότερο σας φορτίζει συναισθηματικά το γεγονός ότι γράφετε μια αληθινή ιστορία, η οποία μάλιστα προέρχεται και από ένα δικό σας αγαπημένο πρόσωπό, σας την έχει δηλαδή μεταφέρει ένα δικό σας αγαπημένο πρόσωπο;
Φαντάζομαι ότι ούτως ή άλλως κατά την διαδικασία της συγγραφής φορτίζεστε.
Πόσο πιο δύσκολο είναι αυτό;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Είναι πιο δύσκολο, γιατί έλεγα Χριστέ μου βοήθησε με να τα καταφέρω, βοήθησε με.
Γι' αυτό έλεγα και στις αναγνώστριες εσείς θα μου πείτε εάν τα κατάφερα, γιατί άφησα λίγο να περάσει, να ωριμάσω συγγραφικά, πιστεύω ότι μετά από τόσα χρόνια έχω κάπως ωριμάσει συγγραφικά. Ήταν πολύ βαρύ φορτίο, γι' αυτό έβαλα τον εαυτό μου και κάτι παραπάνω, είναι όπως σας είπα, δεν είναι κάτι δικό σου, μιλάς για έναν άλλον άνθρωπο, για τη ζωή του, για τα λάθη του και ήθελα να είναι όχι απλά τέλειο, να ξεπερνάει το τέλειο, με την έννοια τη συναισθηματική, με την έννοια να κάνω τις αναγνώστριες μου να κλάψουν, να γελάσουν, να θυμόσουν αν θέλετε και αυτό είναι εμένα το βραβείο μου.
Το βραβείο της ζωής μου είναι αυτό, είναι η αγάπη τους και είναι αυτό που μου λένε, όταν διαβάζω ένα βιβλίο δικό σας στο τέλος κάθομαι και σκέφτομαι για τον εαυτό μου, αυτό είναι εμένα το βραβείο της ζωής μου.

Μ.Φ.: Τα συναισθήματα όταν ολοκληρώθηκε και αυτή η απόπειρα;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Από ό,τι μου λένε τα συναισθήματα ανά λίγες σελίδες αλλάζουν και ενθουσιάστηκα. Εν τω μεταξύ το τέλος είναι τόσο, θα παρακαλέσω όποιος το διαβάσει να μην το πει στους άλλους μέχρι να το διαβάσουν και εκείνοι.
Μου ζητάνε να φανταστείτε να το συνεχίσω και τους απαντάω πως δεν μπορώ να συνεχίσω μια αληθινή ιστορία, δεν μπορώ να την συνεχίσω…

ΦΟΥΜΗΣ: Τι να περιμένουμε δηλαδή από εδώ και πέρα κυρία Ζαΐρη; Ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί πέρσι βγήκε το πρώτο βιβλίο μου που έχω γράψει ποτέ από το 2005, επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, «Ο τελευταίος χορός της Σαλώμης», το οποίο το χάιδεψα τρυφερά και επειδή πήγε πάρα πολύ καλά και τα αγάπησαν, φέτος θα βγει και το δεύτερο βιβλίο που είχα γράψει, το «Μην πιστεύεις στην αλήθεια».
Θέλω να πω ότι αυτό κάνω τώρα, λίγο το αγγίζω τρυφερά για να μπορέσω να έχω στις εκδόσεις που ανήκω, στις εκδόσεις Ψυχογιός όλα μου τα βιβλία, ολοκληρωμένη τη δουλειά μου, για να την έχει μια αναγνώστρια μου.

Μ.Φ.: Και είναι πολύ μεγάλη, 157 παιδικά συν των ενηλίκων, είναι ένας τεράστιος όγκος.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Γράφω από τότε που γεννήθηκα.

Μ.Φ.: Και ευχόμαστε να συνεχίσετε με το ίδιο πάθος, με την ίδια δύναμη.

ΖΑΪΡΗ: Ευχαριστώ πολύ. Θα γεμίσουν πάλι οι μπαταρίες της καρδιάς μου από την Κρήτη, από τον ήλιο της, από την αγάπη των ανθρώπων, από τον ενθουσιασμό τους. Σας αγαπάω πολύ.

Μ.Φ.: Τα αισθήματα είναι αμοιβαία και οι κρητικοί σας αγαπάνε πολύ, το έχουν αποδείξει άλλωστε και ανυπομονούν την εβδομάδα που έρχεται, που ξεκινάει αυτή περιοδεία εδώ να σας δουν από κοντά, να συζητήσουν από κοντά και για τα «Δίδυμα φεγγάρια», γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν θα μείνουν μόνο εκεί.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Δεν είναι μόνο η παρουσίαση, αυτά τα λίγα λόγια και μετά γινόμαστε μια παρέα και μετά μιλάνε οι ίδιοι, γινόμαστε φίλοι, δηλαδή είμαστε φίλοι.
Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι συναρπαστικό, τι συγκλονιστικό είναι αυτό για έναν συγγραφέα να σου ανοίγει την καρδιά του ο αναγνώστης σου και να ανοίγω και εγώ τη δική μου.
Μιλάμε, μιλάμε και το έχουμε ανάγκη αυτό είναι απίστευτο για μένα, όπου και να πάω.

Μ.Φ.: Να ευχηθούμε λοιπόν και πάλι καλή επιτυχία.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ευχαριστώ πολύ-πολύ, είστε ο πρώτος από την Κρήτη που μιλάμε γι’ αυτό!